Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Τζίμης Πανούσης: Ενας βωμολόχος αισθηματίας

Από ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Ο Τζίμης Πανούσης όλα τα έκανε θέαμα, μια εικονογράφηση από τη σκηνή έως τις συνεντεύξεις που έδινε σκηνοθετώντας κάθε ατάκα.


Στην πολυκοσμία πνιγόταν. Στη σκηνή μεταμορφωνόταν. Δεν άφηνε τίποτα όρθιο. Και ήταν κάτι διαφορετικό τότε, αρχές δεκαετίας του ’80, τα προγράμματά του, σε μια εποχή που δεν μιλούσαμε για «περφόρμερ» και «περφόρμανς».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ : ΕΔΩ

Σχεδόν επί εννιά χρόνια, τα χρόνια του στο «Μετρό», στου Γκύζη, τη μουσική σκηνή που έστησαν ο Κώστας και ο Γιώργος Τσατσούλης, το κοινό σχημάτιζε ουρές για να τον δει. Κι εκείνος, ο αθεόφοβος, με τον αιρετικό του λόγο, το προκαλούσε, το πείραζε και το λύτρωνε, με τις αθυροστομίες ακόμη και τα χοντροκομμένα του αστεία, γεννώντας ανάμεικτα συναισθήματα. Γνώριζαν, όμως, ότι κανείς δεν μιλούσε σαν αυτόν, κανείς δεν σάρκαζε έτσι τους πολιτικούς, τους καλλιτέχνες, την Εκκλησία, τον εαυτό του, όλους μας. Ηταν αλύπητος, αλλά ευφυής και αυθεντικός.

Σε μια εποχή που η Αθήνα ξέδινε παραλιακά στον Λε Πα ή στα λαϊκά στέκια του Γαλατσίου, εκείνος αποκαθήλωνε τολμηρά, υπερβολικά, ιδεολογικές αγκυλώσεις, προσδοκίες που λες και ήξερε ότι θα διαψευσθούν, με έναν οξύ τρόπο, που έσμιγε την ποιητική ματιά με τον θυμό, την ειρωνεία, το άχτι, την προσβολή. «Πλέκω στιχάκια κι έχω ένα φόβο/ να μη χτυπήσει το τηλέφωνο/ κι είναι ο τύπος απ’ το κράτος που ελέγχει/ αν υπακούει το φερέφωνο» τραγουδούσε από το 1984 στην «Ανακωχή» και οι νέοι τότε που αγαπούσαν το αγγλόφωνο ροκ έψαχναν κάτι διαφορετικό στο «Κύτταρο» ή το «Μετρό», ξεδιαλέγοντας ό,τι φύτρωνε στην ελληνική ροκ σκηνή.

Δεν ήταν ο ήχος του Πανούση το διαφορετικό επάνω του, όσο η γλώσσα του, ξυράφι, με μια αριστοφανική ελευθερία, έξω από τους συνηθισμένους έως τότε κώδικες στη σκηνή, όπου ανακάτευε το stand up comedy με τη μουσική, τον χορό, τα βίντεο, ένα αντισυμβατικό θέαμα που σάρκαζε τους πρωταγωνιστές του ελληνικού τραγουδιού, την πολιτική, τον καθωσπρεπισμό μας, τη νέα νοοτροπία που άρχιζε να ριζώνει. Όλα τα έκανε θέαμα, μια εικονογράφηση από τη σκηνή έως τις συνεντεύξεις που έδινε, σκηνοθετώντας κάθε ατάκα του, κάθε φωτογραφικό πλάνο, ακολουθώντας ένα προβοκατόρικο μονοπάτι για να σατιρίσει ό,τι εντόπιζε, ακόμη και στον χώρο με τον οποίο ταυτίστηκε, την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά.

Στο ραδιόφωνο

«Είμαστε η αδικημένη γενιά του ’60/ δίχως κατοχή και πείνα/ δίχως ρετσίνα» τραγούδησε στα «Κάγκελα παντού» και όταν η εποχή άρχισε να ζητεί κάτι διαφορετικό, αυτό που έκανε πρώτος, τόσο τολμηρά και ελεύθερα, το μετέφερε με έναν αριστοτεχνικό τρόπο στο ραδιόφωνο φτιάχνοντας λέξη λέξη σχόλια, πρόζες, έναν κόσμο διαφορετικό από το συνηθισμένο.

Δεν δίσταζε μπροστά σε αδυναμίες, άλλωστε «η σάτιρα δεν έχει όρια», επέμενε όταν το συζητούσες μαζί του. Κι όπως γινόταν ανελέητος και βωμολόχος με πρόσωπα και συνοδοιπόρους του, άλλο τόσο κάρφωνε την ιδεολογική του καταγωγή. «Κατάγομαι κι εγώ από μια οικογένεια ταλαιπωρημένη για μια ιδέα, όπως τόσες άλλες ελληνικές, κι έχεις όλους αυτούς τους τύπους να την εκμεταλλεύονται για να κοροϊδεύουν την κοινωνία. Σκεφτείτε ότι η πρώτη διάσπαση έγινε γιατί οι μεν ήταν με τον Αντρόποφ και οι δε με τον Τσαουσέσκου! Και τώρα θέλουν όλοι πάλι να γίνουν αρχηγοί», είχε πει λίγο πριν από την κρίση στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Από τότε το ύφος του στις συνεντεύξεις άρχισε να αλλάζει. Λιγότερα τα αστεία, πιο σοβαρός ο ίδιος. Αρχισε να μιλάει και για τις δικές του ρωγμές, τα παιδιά του, όσα τον τρόμαζαν γύρω του.

Στο ξεκίνημά του χαιρόταν να προκαλεί τη λογοκρισία. Ηταν τότε που τα τραγούδια του τα βρίσκαμε σε πάγκους πλανόδιων στην Πανεπιστημίου, κάτω από τις κασέτες των «Φατμέ» και των Κατσιμιχαίων. Επειτα, με τις μηνύσεις, σαν να τις αποζητούσε. Το 2015 προκάλεσε πάλι, με τον Γιάννη Αγγελάκα αυτήν τη φορά, σαν τραγούδησαν για τις «λοβοτομημένες μαριονέτες του υπαρκτού σουρεαλισμού», πατώντας μουσικά στην «Κατιούσα». Ομως τα σόσιαλ μίντια ήταν πιο σκληρά από τα χρόνια του ’80 και ’90.

Πληγές

Ο θάνατος του αδερφού του τον είχε σφραγίσει, όσα έβλεπε γύρω του και τον πλήγωναν, οι άστεγοι, η ανεργία των νέων παιδιών και του γιου του, η μεταμόρφωση και η έπαρση της αριστεράς. «Κάποτε, οι αριστεροί έκαναν και αυτοκριτική!» έλεγε σε συνέντευξή του το καλοκαίρι. Αυτός ο επαγγελματίας βωμολόχος –όπως αυτοχαρακτηριζόταν– δεν σταματούσε πουθενά, κι όμως τα βρήκε σκούρα το καλοκαίρι παίζοντας τον Τρυγαίο στην Επίδαυρο. Οταν συνάντησε τον αθυρόστομο λόγο του Αριστοφάνη, «δυσκολευόμουν να τα πω», παραδεχόταν.

«Πήγα για τρίτη φορά στον άλλο κόσμο και δεν μου άρεσε καθόλου! Χωρίς σκηνικά, απέραντη μοναξιά και μύριζε αλβανική φούντα. Κάθισα ένα τέταρτο και όπου φύγει φύγει, πίσω στο μπουρδέλο. Σε καμιά δεκαριά μέρες επιστρέφω στις πίστες!» έγραψε στην ιστοσελίδα του, μετά την κατάρρευσή του στη σκηνή, στο «Κύτταρο», τον περασμένο μήνα. Αυτήν τη φορά έπεσε έξω. Ο Τζιμάκος του ’80, ο Πανούσης του ’90 και του 2000, στις καρδιές μας θα μείνει σαν ένας προκλητικός, μοναχικός, βωμολόχος αισθηματίας, που μας ξεβόλευε ακόμη και με τις εμμονές του.


kathimerini.gr